Ο Βασιλιάς ζει… στην μεγάλη οθόνη

Απρίλιος 2026. Είχα καιρό να κάνω κάτι μαζί με τα παιδιά μου, οπότε τους πρότεινα να πάμε σινεμά. Χάρηκαν με την ιδέα.

«Διαλέξτε μια ταινία», τους είπα, και οι δυο τους συμφώνησαν αμέσως να δούμε το Michael, τη μουσική βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον.

Μπήκα στο «Αθηνόραμα» για να δω πού προβαλλόταν. Με την ευκαιρία, διάβασα και τις κριτικές. Οι περισσότεροι κριτικοί το είχαν βαθμολογήσει μόλις με δύο αστεράκια. Μετέφερα στα παιδιά —που βρίσκονται στην εφηβεία— ότι «η ταινία δεν έχει πάρει καλές κριτικές», αλλά αυτό δεν τα απασχόλησε καθόλου. Ήξερα ότι κινηματογραφικά η ταινία πιθανότατα δεν θα ήταν κάτι σπουδαίο. Εκείνο όμως που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν να δω τα παιδιά μου ευτυχισμένα.

Στο σινεμά πήραμε ποπ κορν, αναψυκτικά και τα καθιερωμένα και προχωρήσαμε προς την αίθουσα. Στην αρχή είχα την αγωνία μήπως τα παιδιά βαρεθούν. Όσο όμως προχωρούσε η ταινία, έβλεπα, με την άκρη του ματιού μου, ότι είχαν απορροφηθεί από την ιστορία. Τότε άρχισα κι εγώ να χαλαρώνω και να απολαμβάνω κάθε στιγμή μαζί τους. Ένα ήταν βέβαιο: περνούσαμε όμορφα.

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν οι σκηνές των συναυλιών. Ήταν τόσο ζωντανές και επιβλητικές, ώστε ένιωσα σαν να βρισκόμουν κι εγώ ανάμεσα στο κοινό. Στο τέλος αναφώνησα: «Μακάρι να τον είχα δει ζωντανά!»

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το Michael αποτελεί πλέον τη βιογραφική ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις στην ιστορία του κινηματογράφου. Από την κυκλοφορία του στις κινηματογραφικές αίθουσες, τον Απρίλιο, έως τα τέλη Ιουλίου του 2026, η κινηματογραφική μεταφορά της ζωής του Μάικλ Τζάκσον ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις, καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ για ταινία του είδους.

Σε τι οφείλεται αυτή η επιτυχία; Καταρχάς, στη σκηνοθετική ματιά του Αντουάν Φουκουά. Πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για έναν ιδιαίτερα έμπειρο δημιουργό, ο Φουκουά ειναι Αφροαμερικανός. Μπορεί να προσεγγίσει την αφροαμερικανική κουλτούρα με μεγαλύτερη αυθεντικότητα και αμεσότητα. Ο Μάικλ Τζάκσον δεν ήταν μόνο μία ατομικότητα, αλλά μέρος μιας οικογένειας. Μιας μαύρης οικογένειας.

Επιπλέον, η στενή του σχέση με τη σόουλ μουσική. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία σκηνοθετώντας μουσικά βίντεο για κορυφαίους καλλιτέχνες, όπως ο Στίβι Γουόντερ, ο Πρινς και η Τόνι Μπράξτον.

Παράλληλα, η ενασχόλησή του με μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές (Training Day, Olympus Has Fallen) τον έχει εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα εργαλεία για να διαχειριστεί μια τόσο απαιτητική υπερπαραγωγή. Και, ας μην ξεχνάμε, ο ίδιος ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε μια υπερπαραγωγή από μόνος του.

Το σενάριο υπογράφει ο τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ Τζον Λόγκαν, δημιουργός των Gladiator και The Aviator, ενώ την παραγωγή έχουν αναλάβει ο βραβευμένος με Όσκαρ Γκρέιαμ Κινγκ (The Departed, Bohemian Rhapsody), καθώς και οι Τζον Μπράνκα (This Is It, Thriller 40) και Τζον ΜακΚλέιν (This Is It, Michael Jackson Live at Wembley July 16, 1988), δύο άνθρωποι που γνωρίζουν καλά την κληρονομιά και το έργο του Μάικλ Τζάκσον.

Αλλο συστατικό επιτυχίας: το DNA της οικογένειας Τζάκσον. Πέντε από τα αδέλφια του είναι executive producers, διασφαλίζοντας ότι η αφήγηση παραμένει όσο το δυνατόν πιο πιστή στην πραγματική ιστορία. Τον Μάικλ Τζάκσον ενσαρκώνει ο Τζαφάρ Τζάκσον, γιος —και έβδομο παιδί— του μεγαλύτερου αδελφού του, Ζερμαίν Τζάκσον. Ο Ζερμαίν Τζάκσον υπήρξε ο δεύτερος βασικός τραγουδιστής των Jackson 5 και ήταν το πρώτο μέλος του συγκροτήματος που αποχώρησε, επιλέγοντας να παραμείνει στη Motown Records, καθώς είχε ερωτευτεί και παντρευτεί τη Χάζελ Γκόρντι, κόρη του Μπέρι Γκόρντι, ιδρυτή της ιστορικής δισκογραφικής εταιρείας που ανέδειξε τον Μάικλ Τζάκσον και τα αδέλφια του στο μουσικό στερέωμα.

O Antoine Fuqua δίνει σκηνοθετικές οδηγίες στον Jaafar Jackson που ερμηνεύει τον Michael Jackson. Photo Credit: Glen Wilson/Lionsgate

Το Michael δεν είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Είναι, όμως, μια ιδιαίτερα προσεγμένη και φιλόδοξη παραγωγή, που καταφέρνει να αποτυπώσει τη λάμψη, τη μοναδικότητα και τη μουσική ιδιοφυΐα του Μάικλ Τζάκσον. Αυτό φάνηκε από την αντίδραση των παιδιών μου: όταν βγήκαν από την αίθουσα, ήταν εμφανώς ενθουσιασμένα.

Αν εργαζόμουν ως κριτικός κινηματογράφου θα βαθμολογούσα το έργο με 4 αστεράκια. Και οι λόγοι είναι οι εξής:

Διότι παρακολουθούσα τo έργο μέσα από τα μάτια μιας μητέρας, που έτυχε να έχει μεγαλώσει με τους Jackson 5, και, στη συνέχεια, με τις μεγάλες ποπ επιτυχίες του ίδιου του Μάικλ Τζάκσον κατά τη σόλο καριέρα του, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι, οι έφηβοι άρχισαν να ακούν ασταμάτητα —στο repeat— τις μεγάλες επιτυχίες του: I Want You Back, ABC, Don’t Stop ’Til You Get Enough, Blame It on the Boogie, Ain’t No Sunshine, Beat It, Thriller, Billie Jean και πολλές ακόμη. Κι αυτό συνεχίστηκε για ένα μήνα περίπου!

Βέβεια, η επαφή τους με τη μουσική του δεν έγινε μέσα από δίσκους ή CD, αλλά κυρίως μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες, όπως το Spotify και το YouTube. Όταν συνειδητοποίησα ότι ο αλγόριθμος περιόριζε την ποικιλία των τραγουδιών που άκουγαν, αποφάσισα να ανατρέξω στη δισκοθήκη μου και να κατεβάσω μια παλιότερη συλλογή με τις επιτυχίες των Jackson 5. Επίτηδες, έβαζα τα CD να παίζουν στο σπίτι, με την ελπίδα ότι θα ανακάλυπταν και άλλα τραγούδια πέρα από τις πιο γνωστές επιτυχίες του.

Η κόρη μου προχώρησε την αναζήτησή της ακόμη περισσότερο. Άρχισε να παρακολουθεί στο YouTube ντοκιμαντέρ για τη ζωή και την καριέρα του Μάικλ Τζάκσον, αλλά και ζωντανές εμφανίσεις του. Στο τέλος, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να αγοράσει ένα άλμπουμ του σε βινύλιο.

«Μαμά, να πάρω το Off the Wall ή το Thriller;» με ρώτησε.

Παρότι τα δύο πρώτα σόλο άλμπουμ του Μάικλ Τζάκσον δημιουργήθηκαν με τη σφραγίδα του Κουίνσι Τζόουνς, τη συμβούλεψα να ξεκινήσει με το Off the Wall, καθώς θεωρείται από πολλούς ένα από τα σημαντικότερα έργα της σόλο σταδιοδρομίας του και έχει αποσπάσει θετικές κριτικές. «Χαίρομαι που ξεκινάς τη συλλογή βινυλίων σου με Μάικλ Τζάκσον. Δεν θα μπορούσες να κάνεις καλύτερη επιλογή. Γιατί, ας το παραδεχτούμε, είναι ο Βασιλιάς της Ποπ!», επισήμανα.

Περίμενα ότι ο γιος μου θα έχανε πιο γρήγορα το ενδιαφέρον του, καθώς είναι μεγαλύτερος σε ηλικία και έχει διαφορετικά ακούσματα. Συνέβη, όμως, το ακριβώς αντίθετο: ξυπνούσε και κοιμόταν με Μάικλ Τζάκσον!

Για έναν ολόκληρο μήνα, το σπίτι γέμιζε με τα χαρακτηριστικά hee hee και oohs. Η κόρη μου, μάλιστα, έμαθε το moonwalk, όπως ακριβώς κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν παιδιά, προσπαθώντας να μιμηθούμε τις κινήσεις του ποπ σταρ παρακολουθώντας τα βιντεοκλίπ του στο MTV.

Τους πρότεινα, στη συνέχεια, να ακούσουν και δύο αγαπημένα μου τραγούδια από τη δεκαετία του ’90, μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια απήχηση του Μάικλ Τζάκσον άρχισε σταδιακά να υποχωρεί. Το πρώτο ήταν το Human Nature και το δεύτερο το Scream.

Το Human Nature είναι ένα τραγούδι που -κατά τη γνώμη μου- αξίζει μεγαλύτερη αναγνώριση. Γραμμένο από τον Μάικλ Τζάκσον και τον Στιβ Πόρκαρο των Toto, το τραγούδι κρύβει μια ιδιαίτερη μελωδική ομορφιά, η οποία κορυφώνεται στο φωνητικό ξέσπασμα του Τζάκσον, δημιουργώντας μια ηλεκτρισμένη ανατριχίλα. Από την άλλη, το Scream κέρδισε το κοινό της ποπ χορευτικής μουσικής. Το εκρηκτικό ντουέτο του Μάικλ Τζάκσον με τη μικρότερη αδελφή του, Τζάνετ Τζάκσον, αποτύπωσε το δυναμικό, clubbing ύφος της εποχής. Το βιντεοκλίπ ξεχώρισε για τη φουτουριστική αισθητική του: Οι δύο καλλιτέχνες, φορώντας εφαρμοστά βίνυλ παντελόνια και μαύρα spiky μπλουζάκια, εμφανίζονται να περνούν τον χρόνο τους μέσα σε ένα διαστημόπλοιο, παίζοντας βίντεοπαιχνίδια και κάνοντας εντυπωσιακές χορογραφίες, δημιουργώντας μια εικόνα που έμοιαζε βγαλμένη από το μέλλον.

The Resistable Demise of Michael Jackson (εκδ. Zero Books)

Πώς να περιγράψω στα παιδιά μου το φαινόμενο Μάικλ Τζάκσον; Δύσκολο εγχείρημα. Πώς εξηγείς σε μια νέα γενιά ότι ένας τραγουδιστής δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης, αλλά ένα παγκόσμιο είδωλο που επηρέασε τη μουσική, την εικόνα, τον χορό και τη μαζική κουλτούρα;

Θυμάμαι ότι, όταν πέθανε ο Μάικλ Τζάκσον το 2009, έγραψα έναν μικρό επικήδειο για την εφημερίδα στην οποία εργαζόμουν τότε. Ήταν, ουσιαστικά, ένας φόρος τιμής σε έναν καλλιτέχνη που είχε σημαδέψει μια ολόκληρη εποχή. Ωστόσο, γνώριζα ότι το κείμενο άφηνε ένα κενό: έλειπε η πολιτιστική ανάλυση που θα μπορούσε να ενισχύσει τα επιχειρήματά μου και να εξηγήσει βαθύτερα το αποτύπωμα που άφησε πίσω του ο Τζάκσον.

Γι’ αυτό, λίγο αργότερα, αγόρασα το βιβλίο The Resistible Demise of Michael Jackson (Zero Books), προκειμένου να καλύψω το κενό αυτό. Πρόκειται για μια συλλογή δοκιμίων από μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικοκριτικούς, θεωρητικούς, bloggers και cultural thinkers, οι οποίοι προσεγγίζουν τον Μάικλ Τζάκσον όχι μόνο ως μουσικό, αλλά ως ένα σύνθετο πολιτισμικό σύμβολο.

«Φτιάξαμε αυτό το βιβλίο γιατί υπήρχε η πεποίθηση ότι ο θάνατος του Τζάκσον έπρεπε να σημαδευτεί από κάτι πέρα από τις απλοϊκές “θριαμβολογίες” ή τις βιογραφίες που τον “έθαβαν”. Οι συντελεστές του βιβλίου δεν συμφωνούν πάντα με τη μουσική του Μάικλ Τζάκσον, αλλά όλοι συμφωνούσαν ότι ο Τζάκσον ήταν ένα σύμπτωμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αναλυθεί», γράφει ο ξεχωριστός Μαρκ Φίσερ, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση. [Ο Φίσερ, αλλά και το εικονοκλαστικό εξώφυλλο του βιβλίου με την παραμορφωμένη μορφή του Μάικλ Τζάκσον, ήταν δύο από τους βασικούς λόγους που με ώθησαν να το αγοράσω.]

Παραθέτω ένα μικρό απόσμασμα από το κείμενο του Αγγλου δημοσιογράφου Πολ Λέστερ:

“We need different words, different ways, to assess Michael Jackson because he was great in such a different way to all the other all-time greats. In a sense his contribution was so slight – a pop records here, a dance manouevre there – and yet in some wayshe dominated the scene, he could outshine the sun, with a swivel, a strut, a sashay, across a stage. He didn’t so much exert a giant influence as cast a luminous ethereal aura over popular music these past four decades that verges on a ghostly kind of hegemony.”

Ωστόσο, τα παιδιά δεν χρειάζονται πολλή θεωρία για να καταλάβουν το μέγεθος ενός καλλιτέχνη. Συχνά αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμαστε εμείς οι ενήλικες, μέσα από τον πιο άμεσο τρόπο: τη μουσική, την εικόνα, την κίνηση και το συναίσθημα.

Με το Michael, η μνήμη του Μάικλ Τζάκσον πέρασε στην επόμενη γενιά. Και ίσως αυτό να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία μιας βιογραφικής ταινίας: όχι απλώς να αφηγηθεί την ιστορία ενός ανθρώπου, αλλά να ξαναζωντανέψει το έργο του σε ανθρώπους που δεν έζησαν την εποχή του.

Ο Βασιλιάς της Ποπ ζει. Ποιος είπε ότι πέθανε;