Από την οικονομική κρίση μέχρι τις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να εκφράσουν δημόσια την άποψή τους για σοβαρά ζητήματα που τους απασχολούν. Φοβούνται μήπως χάσουν φίλους, την εργασία τους, την αξιοπρέπειά τους, ακόμη και τη ζωή τους, αν κρίνουμε από την υπόθεση Καραϊβάζ και άλλους περίεργους θανάτους. Είναι δύσκολο να εκφράσει κανείς μια πολιτική άποψη χωρίς να κινδυνεύει να απομονωθεί, να απομακρυνθεί από το σύνολο ή να στοχοποιηθεί.
Εγώ, βέβαια, αντιμετωπίζω και ένα άλλο —πιο ελαφρύ— δίλημμα: Θα πάψω να θεωρούμαι «κουλ»;
Ως παιδί των ’90s, μεγάλωσα σε μια δεκαετία όπου είχε ατονήσει η ένταση των ιδεολογικών κινημάτων. Το λάιφσταϊλ ήταν κυρίαρχο. Πολλά προβλήματα έμοιαζαν «λυμένα»: από την ισότητα των φύλων μέχρι τον διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων. Είχαμε την αίσθηση ότι όλα προχωρούσαν προς μια καλύτερη κατεύθυνση και ότι, κατά κάποιον τρόπο, ήμασταν όλοι «αγαπημένοι».
Εξακολουθώ να μην ασχολούμαι με τα κομματικά, γιατί αισθάνομαι ότι κανένα κόμμα δεν με εκφράζει πραγματικά. Ωστόσο, μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων χρόνων, άρχισα να σκέφτομαι και να δρω πιο πολιτικά.
Συχνά μου έρχεται στο μυαλό ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος, όπως αναφέρει ο ίδιος, υπήρξε αρχικά «απολιτίκ» πριν γίνει βαθιά πολιτικός δημιουργός. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του «Για τη Φιλοσοφία και τον Μαρξισμό» (εκδ. Στοχαστής, 1977): «Χρόνια κιόλας ήμουν γνωστός συγγραφέας· ωστόσο τίποτα δε γνώριζα από πολιτική […]· όταν ρωτούσαν τη γνώμη προοδευτικών πνευματικών ανθρώπων ζητούσαν συχνά και τη δική μου. Όμως από πολιτική δεν καταλάβαινα μήτε την αλφαβήτα ακόμα, και για τα δημόσια πράγματα της χώρας μου ήξερα όσα κι ένας αγρότης στο χωραφάκι του. […] Τελικά με βοήθησε ένα, ας το πούμε, “ατύχημα της δουλειάς”: Έπρεπε, για κάποιο θεατρικό έργο, να περιγράφω το χρηματιστήριο σιτηρών του Σικάγου […]».
Ωστόσο, ένας αγαπημένος φίλος με συμβούλεψε να μην γράφω στα social media για πολιτικά θέματα. Πώς μπορώ όμως να αδιαφορήσω για όσα συμβαίνουν γύρω μου; Ιδιαίτερα σε μια εποχή έντονων πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών, όπου ο νεοφιλελευθερισμός, όπως τον βιώνουμε στη χώρα μας, έχει αφήσει βαθιά οικονομικές και κοινωνικές πληγές.
Σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν θυμάμαι να έχω αισθανθεί ποτέ πιο άσχημα στη ζωή μου. Σήμερα έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε μια περίοδο όπου οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας δοκιμάζονται. Δεν είναι μόνο η επιβολή της όπλων που μπορεί να κάνει έναν σκεπτόμενο άνθρωπο να σιωπήσει. Υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί: η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας, η συρρίκνωση των δημόσιων χώρων ή ακόμη και περιορισμοί στην καθημερινότητα, όπως τα curfews που επιβλήθηκαν την περίοδο της πανδημίας.
Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρατηρούμε συχνά φαινόμενα όπως δολοφονίες χαρακτήρων, αποκλεισμούς, μηνύσεις και στοχοποίηση χρηστών. Ζούμε σε περίεργες εποχές, όπου η δημόσια έκφραση συχνά δοκιμάζεται. Όπως γράφει η γνωστή Γερμανίδα φιλόσοφος Χάνα Άρεντ στο έργο της «Ανθρώπινη Κατάσταση»: «Το κοινό σημείο όλων των τυράννων είναι ο εξοστρακισμός των πολιτών από τη δημόσια σφαίρα».
Ο Μπρεχτ, μετά την έρευνά του για το Χρηματιστήριο Σιτηρών του Σικάγου, άρχισε να δημιουργεί πολιτική τέχνη. Θεωρούσε ότι η τέχνη δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την κοινωνία και την πολιτική πραγματικότητα. Έτσι και η γραφή (ακόμη και τα ποστ) είναι μια μορφή πολιτικής πράξης. Γιατί χωρίς δημόσιο λόγο δεν έρχονται αλλαγές στην κοινωνία. Και χωρίς αλλαγές, τα καθεστώτα δεν πέφτουν.
